διαπίνω

διαπίνω [],
A drink one against another, Hdt.5.18,9.16, Pl.R.420e; = προπίνειν, Epig.8:—[voice] Med.,

δ. ἀνδράσι Hedyl.

ap. Ath.11.486c.
II drink at intervals, Anaxandr.57:—but [voice] Pass., to be swallowed at a draught,

διαπινόμενοι Arist.Pr.872b27

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπίνω — (Α) 1. παραβγαίνω με κάποιον στο ποτό 2. πίνω κατά διαλείμματα ή λίγο λίγο, κουτσοπίνω 3. κάνω πρόποση …   Dictionary of Greek

  • διαπίνω — διαπί̱νω , διαπίνω drink one against another pres subj act 1st sg διαπί̱νω , διαπίνω drink one against another pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπιών — διαπίνω drink one against another aor part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαποθῶ — διαπίνω drink one against another aor subj pass 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπινόμενον — διαπῑνόμενον , διαπίνω drink one against another pres part mp masc acc sg διαπῑνόμενον , διαπίνω drink one against another pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπινόντων — διαπῑνόντων , διαπίνω drink one against another pres part act masc/neut gen pl διαπῑνόντων , διαπίνω drink one against another pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπίνομεν — διαπί̱νομεν , διαπίνω drink one against another pres ind act 1st pl διαπί̱νομεν , διαπίνω drink one against another imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπίνοντα — διαπί̱νοντα , διαπίνω drink one against another pres part act neut nom/voc/acc pl διαπί̱νοντα , διαπίνω drink one against another pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπίνουσιν — διαπί̱νουσιν , διαπίνω drink one against another pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαπί̱νουσιν , διαπίνω drink one against another pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίνω — ΝΜΑ, αιολ. τ. πώνω Α 1. εισάγω στο στομάχι υγρό από το στόμα 2. (με ειδική σημ.) καταναλώνω κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά (α. «αυτός πίνει πολύ» β. «οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονήν», Πλάτ.) 3. μτφ. απορροφώ, ρουφώ, τραβώ (α. «το φαΐ ήπιε όλο το… …   Dictionary of Greek

  • διαπινομένη — διαπῑνομένη , διαπίνω drink one against another pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.